Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abnegate
01
αποποιούμαι, αρνούμαι
to refuse or reject something valuable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abnegate
γ΄ ενικό πρόσωπο
abnegates
ενεστώτα μετοχή
abnegating
απλός αόριστος
abnegated
παθητική μετοχή
abnegated
02
απαρνούμαι, παραιτούμαι
surrender (power or a position)
03
αποποιούμαι, αποχρώμαι
deny oneself (something); restrain, especially from indulging in some pleasure
Λεξικό Δέντρο
abnegation
abnegator
abnegate
abneg



























