Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abnegation
01
αυταπάρνηση, αποκήρυξη
renunciation of your own interests in favor of the interests of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
abnegations
Παραδείγματα
Her life was one of abnegation and service to others.
Η ζωή της ήταν μια ζωή αυταπάρνησης και υπηρεσίας προς τους άλλους.
02
απάρνηση, αποκήρυξη
denial and rejection of a doctrine or belief
Παραδείγματα
His speech was an abnegation of long-held traditions.
Η ομιλία του ήταν μια απάρνηση των παλιών παραδόσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
abnegation
abnegate
abneg



























