Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fieldwork
01
εργασία πεδίου, προσωρινό οχύρωμα
a temporary fortification built by troops in the field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fieldworks
02
εργασία πεδίου, έρευνα πεδίου
scientific study or research conducted in the real world and not in a laboratory or class
Λεξικό Δέντρο
fieldwork
field
work



























