Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fidelity
01
πιστότητα, αφοσίωση
the quality of showing loyalty and faithfulness to someone or something
Παραδείγματα
Her fidelity to the company was evident in her dedication to every project.
Η αφοσίωσή της στην εταιρεία ήταν εμφανής στην αφοσίωσή της για κάθε έργο.
02
πιστότητα, ακρίβεια
accuracy with which a copy or reproduction matches the original
Παραδείγματα
The replica 's fidelity fooled even experts.
Η πιστότητα του αντιγράφου εξαπάτησε ακόμα και τους ειδικούς.
Λεξικό Δέντρο
infidelity
fidelity



























