fidelity
fi
fi
de
ˈdɛ
de
li
li
ty
ti
ti
finality

Ορισμός και σημασία του "fidelity"στα αγγλικά

01

πιστότητα, αφοσίωση

the quality of showing loyalty and faithfulness to someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He admired the dog's fidelity to its owner. 

Θαύμασε την πιστότητα του σκύλου στον ιδιοκτήτη του.

02

πιστότητα, ακρίβεια

accuracy with which a copy or reproduction matches the original 
Παραδείγματα
The recording had remarkable fidelity to the live performance. 

Η ηχογράφηση είχε αξιοσημείωτη πιστότητα σε σχέση με τη ζωντανή παράσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store