fidelity
Pronunciation
/ˌfaɪˈdɛɫəti/, /fəˈdɛɫəti/

Ορισμός και σημασία του "fidelity"στα αγγλικά

01

πιστότητα, αφοσίωση

the quality of showing loyalty and faithfulness to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her fidelity to the company was evident in her dedication to every project.
Η αφοσίωσή της στην εταιρεία ήταν εμφανής στην αφοσίωσή της για κάθε έργο.
02

πιστότητα, ακρίβεια

accuracy with which a copy or reproduction matches the original
Παραδείγματα
The replica 's fidelity fooled even experts.
Η πιστότητα του αντιγράφου εξαπάτησε ακόμα και τους ειδικούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store