fiasco
Pronunciation
/fiˈæskoʊ/

Ορισμός και σημασία του "fiasco"στα αγγλικά

01

φιάσκο, αποτυχία

a total failure that is often embarrassing
fiasco definition and meaning
02

φιάσκο, κατάρρευση

a quick and unexpected downfall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fiascos
Παραδείγματα
The charity auction was a fiasco when technical problems prevented bids from being placed.
Ο φιλανθρωπικός πλειστηριασμός ήταν ένα φιάσκο όταν τεχνικά προβλήματα εμπόδισαν την υποβολή προσφορών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store