fetlock
fet
ˈfɛt
fet
lock
lɒk
lok

Ορισμός και σημασία του "fetlock"στα αγγλικά

01

ο αστράγαλος, το αρθρικό του ποδιού

the joint at the back of the leg and just above the hoof of any quadruped, such as a horse 
fetlock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fetlocks
02

προεξοχή πίσω και πάνω από το οπλή του αλόγου, τρίχες πάνω από το οπλή του αλόγου

projection behind and above a horse's hoof 

Λεξικό Δέντρο

fetlock

fet

+

lock

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store