Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fetlock
01
ο αστράγαλος, το αρθρικό του ποδιού
the joint at the back of the leg and just above the hoof of any quadruped, such as a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fetlocks
02
προεξοχή πίσω και πάνω από το οπλή του αλόγου, τρίχες πάνω από το οπλή του αλόγου
projection behind and above a horse's hoof
Λεξικό Δέντρο
fetlock
fet
lock



























