to fete
Pronunciation
/ˈfeɪt/
Fête

Ορισμός και σημασία του "fete"στα αγγλικά

to fete
01

γιορτάζω

to honor and celebrate someone with a special often public event
to fete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fete
γ΄ ενικό πρόσωπο
fetes
ενεστώτα μετοχή
feting
απλός αόριστος
feted
παθητική μετοχή
feted
Παραδείγματα
A gala dinner was arranged to fete the retiring professor for his years of dedicated service.
Διοργανώθηκε ένα γκαλά δείπνο για να τιμήσει τον συνταξιούχο καθηγητή για τα χρόνια αφοσιωμένης υπηρεσίας του.
01

γιορτή

an organized series of acts and performances (usually in one place)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fetes
02

γιορτή

an elaborate party (often outdoors)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store