Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fete
01
γιορτάζω
to honor and celebrate someone with a special often public event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fete
γ΄ ενικό πρόσωπο
fetes
ενεστώτα μετοχή
feting
απλός αόριστος
feted
παθητική μετοχή
feted
Παραδείγματα
The community gathered to fete the local hero with a parade and festivities.
Η κοινότητα συγκεντρώθηκε για να γιορτάσει τον τοπικό ήρωα με μια παρέλαση και εορταστικές εκδηλώσεις.
Fete
01
γιορτή
an organized series of acts and performances (usually in one place)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fetes
02
γιορτή
an elaborate party (often outdoors)



























