Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fervent
01
ενθουσιώδης, παθιασμένος
implying strong, deep feelings of commitment, belief, or support about someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fervent
συγκριτικός βαθμός
more fervent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowd cheered with fervent support for their home team.
Το πλήθος επευφημούσε με προσυλλογιστική υποστήριξη για την ομάδα τους.
02
φλογερός, καυτός
(archaic) extremely hot, burning, or glowing
Λεξικό Δέντρο
fervently
fervent
ferv



























