fervent
fer
ˈfɜ:
vent
vənt
vēnt
ferment

Ορισμός και σημασία του "fervent"στα αγγλικά

01

ενθουσιώδης, παθιασμένος

implying strong, deep feelings of commitment, belief, or support about someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fervent
συγκριτικός βαθμός
more fervent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowd cheered with fervent support for their home team. 

Το πλήθος επευφημούσε με προσυλλογιστική υποστήριξη για την ομάδα τους.

02

φλογερός, καυτός

(archaic) extremely hot, burning, or glowing 

Λεξικό Δέντρο

fervently
fervent
ferv
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store