fervent
fer
ˈfɜr
φερρ
vent
vənt
βαντ
/fˈɜːvənt/

Ορισμός και σημασία του "fervent"στα αγγλικά

01

ενθουσιώδης, παθιασμένος

implying strong, deep feelings of commitment, belief, or support about someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fervent
συγκριτικός βαθμός
more fervent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Environmental activists renewed their fervent calls for climate action.
Οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές ανανέωσαν τους παθιασμένους τους καλέσματα για δράση για το κλίμα.
02

φλογερός, καυτός

(archaic) extremely hot, burning, or glowing

Λεξικό Δέντρο

fervently
fervent
ferv
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store