Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ferry
01
φέριμποτ, πορθμείο
a boat or ship used to transport passengers and sometimes vehicles, usually across a body of water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ferries
Παραδείγματα
They took the ferry across the bay to reach the island.
Πήραν το φέριμποτ για να διασχίσουν τον κόλπο και να φτάσουν στο νησί.
02
φέρι, πορθμείο
transport by boat or aircraft
to ferry
01
μεταφέρω, διακινοώ
to transport or convey people, vehicles, or goods from one place to another
Transitive: to ferry sb/sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ferry
γ΄ ενικό πρόσωπο
ferries
ενεστώτα μετοχή
ferrying
απλός αόριστος
ferried
παθητική μετοχή
ferried
Παραδείγματα
A cable car system is used to ferry visitors up the mountain for panoramic views of the valley.
Ένα σύστημα τελεφερίκ χρησιμοποιείται για τη μεταφορά επισκεπτών στο βουνό για πανοραμικές θέας της κοιλάδας.
02
διασχίζω με φέριμποτ, μεταφέρω με φέριμποτ
to use a ferry service as a mode of transportation across water
Intransitive: to ferry | to ferry somewhere
Παραδείγματα
During their vacation, the family decided to ferry across the bay to explore the nearby islands.
Κατά τις διακοπές τους, η οικογένεια αποφάσισε να διασχίσει το λιμάνι με φέριμποτ για να εξερευνήσει τα κοντινά νησιά.
03
μεταφέρω, διασχίζω
to convey or transport people, vehicles, or goods across water using a ferry or other vessels
Transitive: to ferry sb/sth somewhere
Παραδείγματα
The island residents are ferried daily across the channel to the mainland for work.
Οι κάτοικοι του νησιού μεταφέρονται καθημερινά μέσω του καναλιού στην ηπειρωτική χώρα για εργασία.



























