Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fend off
01
απωθώ, προλαμβάνω
prevent the occurrence of; prevent from happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fend
ενεστώτας
fend off
γ΄ ενικό πρόσωπο
fends off
ενεστώτα μετοχή
fending off
απλός αόριστος
fended off
παθητική μετοχή
fended off



























