fend off
fend
fɛnd
φενντ
off
ɔf
οφ
/fˈɛnd ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "fend off"στα αγγλικά

to fend off
01

απωθώ, προλαμβάνω

prevent the occurrence of; prevent from happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
fend
ενεστώτας
fend off
γ΄ ενικό πρόσωπο
fends off
ενεστώτα μετοχή
fending off
απλός αόριστος
fended off
παθητική μετοχή
fended off
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store