fence
fence
fɛns
fens
hencecensedensetense

Ορισμός και σημασία του "fence"στα αγγλικά

01

φράχτης, περίφραξη

a structure like a wall, made of wire, wood, etc. that is placed around an area or a piece of land 
fence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fences
Παραδείγματα
She leaned on the fence and watched the sunset. 

Ακούμπησε στο φράχτη και παρακολούθησε το ηλιοβασίλεμα.

02

μεσάζων κλεμμένων αγαθών, έμπορος κλεμμένων αντικειμένων

a dealer in stolen property 
to fence
01

πολεμώ με ξίφη σκοποβολής, ασκούμαι στη σκοποβολή

fight with fencing swords 
to fence definition and meaning
02

περιφράσσω, περικυκλώνω με φράχτη

enclose with a fence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fence
γ΄ ενικό πρόσωπο
fences
ενεστώτα μετοχή
fencing
απλός αόριστος
fenced
παθητική μετοχή
fenced
03

διαφωνώ, τσακώνομαι

have an argument about something 
04

περιφράσσω, περικυκλώνω με φράχτη

surround with a wall in order to fortify 
05

παραλαμβάνω κλεμμένα αγαθά, δέχομαι κλεμμένα αγαθά

receive stolen goods 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store