Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fence
01
φράχτης, περίφραξη
a structure like a wall, made of wire, wood, etc. that is placed around an area or a piece of land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fences
Παραδείγματα
The roses look beautiful along the fence line.
Τα τριαντάφυλλα φαίνονται όμορφα κατά μήκος του φράχτη.
02
μεσάζων κλεμμένων αγαθών, έμπορος κλεμμένων αντικειμένων
a dealer in stolen property
to fence
01
πολεμώ με ξίφη σκοποβολής, ασκούμαι στη σκοποβολή
fight with fencing swords
02
περιφράσσω, περικυκλώνω με φράχτη
enclose with a fence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fence
γ΄ ενικό πρόσωπο
fences
ενεστώτα μετοχή
fencing
απλός αόριστος
fenced
παθητική μετοχή
fenced
03
διαφωνώ, τσακώνομαι
have an argument about something
04
περιφράσσω, περικυκλώνω με φράχτη
surround with a wall in order to fortify
05
παραλαμβάνω κλεμμένα αγαθά, δέχομαι κλεμμένα αγαθά
receive stolen goods
Λεξικό Δέντρο
fencelike
fence



























