femininity
Pronunciation
/ˌfɛməˈnɪnəti/

Ορισμός και σημασία του "femininity"στα αγγλικά

01

θηλυκότητα, γυναικείες ιδιότητες

the qualities or attributes that are considered to be typical of or suitable for women
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store