Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Femininity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
αρσενικό ενικό
masculinity
θηλυκό ενικό
femininity
neutral form
gender expression
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
femininity
feminine



























