Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Feminism
01
φεμινισμός, φεμινιστικό κίνημα
the movement that supports equal rights and opportunities for women and men
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She learned about feminism in school.
Έμαθε για τον φεμινισμό στο σχολείο.
02
φεμινισμός, δόγμα που υποστηρίζει ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες
a doctrine that advocates equal rights for women
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
antifeminism
feminism
feminine



























