Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
female
01
θηλυκό, θηλυκού γένους
belonging to the sex that is fertilized by the opposite sex and can lay eggs or give birth to babies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, sex, animals
Παραδείγματα
The female bird incubates the eggs while the male gathers food for their young.
Το θηλυκό πτηνό επωάζει τα αυγά ενώ το αρσενικό συλλέγει τροφή για τα νεοσσούς τους.
1.1
θηλυκος, γυναικείος
relating to women or the female gender
Παραδείγματα
She chose a vibrant and feminine female blouse for the special occasion.
Επέλεξε μια ζωηρή και θηλυκή γυναικεία μπλούζα για την ειδική περίσταση.
1.2
θηλυκος, γυναικειος
characteristic of or peculiar to a woman
Female
01
θηλυκό, γυναίκα
an animal that produces gametes (ova) that can be fertilized by male gametes (spermatozoa)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
females
αρσενικό ενικό
male
θηλυκό ενικό
female
neutral form
individual
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
femaleness
female



























