Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
felonious
01
εγκληματικός, σχετικός με το έγκλημα
relating to or having the characteristic of a crime
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The investigation revealed a trail of felonious activities conducted by the criminal organization.
Η έρευνα αποκάλυψε ένα ίχνος εγκληματικών δραστηριοτήτων που διεξήχθησαν από την εγκληματική οργάνωση.
Λεξικό Δέντρο
felonious
felony
felon



























