felon
fe
ˈfɛ
fe
lon
lən
lēn
melonellenhelen

Ορισμός και σημασία του "felon"στα αγγλικά

01

εγκληματίας, παραβάτης

someone who has committed or has been legally found guilty of a serious crime 
felon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
felons
Παραδείγματα
Amanda's conviction for arson resulted in her being labeled a felon and serving a lengthy prison sentence. 

Η καταδίκη της Αμάντας για εμπρησμό οδήγησε στο να χαρακτηριστεί ως εγκληματίας και να εκτίσει μακροχρόνια ποινή φυλάκισης.

02

παρωνυχία, πυώδης λοίμωξη γύρω από το νύχι

a purulent infection at the end of a finger or toe in the area surrounding the nail 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store