feller
fe
ˈfɛ
fe
ller
fillerfeelerfaller

Ορισμός και σημασία του "feller"στα αγγλικά

01

αγόρι, άνδρας

a boy or man 
feller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
fellers
αρσενικό ενικό
feller
neutral form
person
02

ξυλοκόπος, δασοκόμος

a person who fells trees 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store