feeding
fee
ˈfi:
fi
ding
dɪng
ding
feelingfeuding

Ορισμός και σημασία του "feeding"στα αγγλικά

01

διατροφή, τάισμα

the act of eating or taking in food for nourishment 
feeding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
feedings
Παραδείγματα
The baby was hungry and started feeding on milk. 

Το μωρό ήταν πεινασμένο και άρχισε να τρέφεται με γάλα.

02

διατροφή, σίτιση

the act of supplying food and nourishment 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overfeeding
feeding
feed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store