fee
fee
fi:
fi
keapeekeyzea

Ορισμός και σημασία του "fee"στα αγγλικά

01

αμοιβή, τέλος

the money that is paid to a professional or an organization for their services 
fee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fees
Παραδείγματα
The lawyer's fee for handling the case was quite high. 

Το αποζημίωση του δικηγόρου για την ανάληψη της υπόθεσης ήταν αρκετά υψηλή.

02

πλήρης κυριότητα, κληρονομική κατοχή

a legal interest in land that can be inherited and typically grants the owner complete control and inheritance rights 
Παραδείγματα
She inherited a fee simple estate from her grandparents, which included a large piece of farmland. 

Κληρονόμησε μια ιδιοκτησία με πλήρη κυριότητα από τους παππούδες της, η οποία περιλάμβανε ένα μεγάλο κομμάτι αγροτικής γης.

to fee
01

δίνω φιλοδώρημα, ανταμείβω

give a tip or gratuity to in return for a service, beyond the compensation agreed on 
to fee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fee
γ΄ ενικό πρόσωπο
fees
ενεστώτα μετοχή
feeing
απλός αόριστος
feed
παθητική μετοχή
feed
Παραδείγματα
She decided to fee the waiter generously for the excellent service during her anniversary dinner. 

Αποφάσισε να δώσει φιλοδώρημα γενναιόδωρα στον σερβιτόρο για την εξαιρετική εξυπηρέτηση κατά το δείπνο της επετείου της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store