febrile
feb
ˈfi:b
fib
rile
raɪl
rail
fibril

Ορισμός και σημασία του "febrile"στα αγγλικά

01

πυρετώδης

having the symptoms of a fever, such as high temperature, sweating, shivering, etc. 
febrile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most febrile
συγκριτικός βαθμός
more febrile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His febrile condition left him shivering under multiple blankets. 

Η πυρετώδης κατάστασή του τον άφησε να τρέμει κάτω από πολλές κουβέρτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store