Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
featured
01
προβεβλημένος, παρουσιασμένος
prominently presented or highlighted, often as a main attraction or focus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most featured
συγκριτικός βαθμός
more featured
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
presentation, attention, prominence
Παραδείγματα
The featured speaker at the conference drew a large audience with their expertise in the field.
Ο κύριος ομιλητής στο συνέδριο προσέλκυσε ένα μεγάλο ακροατήριο με την εξειδίκευσή του στον τομέα.
02
με χαρακτηριστικά, με γνωρίσματα
having facial features as specified; usually used in combination
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
featured
feature



























