featured
Pronunciation
/ˈfitʃɝd/

Ορισμός και σημασία του "featured"στα αγγλικά

01

προβεβλημένος, παρουσιασμένος

prominently presented or highlighted, often as a main attraction or focus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most featured
συγκριτικός βαθμός
more featured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hotel's featured amenities included a rooftop pool and a spa.
Οι προτεινόμενες παροχές του ξενοδοχείου περιλάμβαναν μια πισίνα στην ταράτσα και ένα σπα.
02

με χαρακτηριστικά, με γνωρίσματα

having facial features as specified; usually used in combination
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store