Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Feasibility
01
εφικτότητα, βιωσιμότητα
the likelihood of a proposed plan or project being successfully executed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feasibilities
Παραδείγματα
The feasibility of the plan was questioned due to high costs and limited resources.
Η εφικτότητα του σχεδίου αμφισβητήθηκε λόγω των υψηλών δαπανών και των περιορισμένων πόρων.
Λεξικό Δέντρο
infeasibility
unfeasibility
feasibility
feasible
feas



























