feasibility
Pronunciation
/ˌfizəˈbɪɫəti/

Ορισμός και σημασία του "feasibility"στα αγγλικά

01

εφικτότητα, βιωσιμότητα

the likelihood of a proposed plan or project being successfully executed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feasibilities
Παραδείγματα
They discussed the feasibility of a remote working model in the context of current technology.
Συζήτησαν τη σκοπιμότητα ενός μοντέλου απομακρυσμένης εργασίας στο πλαίσιο της τρέχουσας τεχνολογίας.

Λεξικό Δέντρο

infeasibility
unfeasibility
feasibility
feasible
feas
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store