fawning
faw
ˈfɔ:
faw
ning
nɪng
ning
dawningyawning

Ορισμός και σημασία του "fawning"στα αγγλικά

01

κολακευτικός, υποκριτικός

trying to gain someone's approval or affection by giving them excessive praise or attention 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fawning
συγκριτικός βαθμός
more fawning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The assistant's fawning compliments annoyed everyone in the office. 

Οι κολακευτικοί κομπλιμέντος του βοηθού ενοχλούσαν όλους στο γραφείο.

Λεξικό Δέντρο

fawning
fawn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store