fatty
fa
ˈfæ
tty
ti
ti
tattyrattybattynatty

Ορισμός και σημασία του "fatty"στα αγγλικά

01

λιπαρός, πλούσιος σε λίπος

(of food) having a high amount of fat 

fat

fatty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fattiest
συγκριτικός βαθμός
fattier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fatty steak was juicy and flavorful, with marbled fat enhancing its tenderness. 

Το λιπαρό μπριζόλα ήταν ζουμερό και γευστικό, με μαρμαρωπό λίπος που ενίσχυε την τρυφερότητά του.

02

λιπαρός, παχύς

having an abnormal amount of fat stored in a body organ or tissue 
Παραδείγματα
A fatty liver can result from poor dietary habits or alcohol consumption. 

Ένα λιπαρό συκώτι μπορεί να προκύψει από κακές διατροφικές συνήθειες ή την κατανάλωση αλκοόλ.

01

χοντρός, λίπος

a casual or insulting term used to refer to someone who is overweight 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatties
Παραδείγματα
He apologized for calling his friend a fatty during their argument. 

Ζήτησε συγγνώμη που αποκάλεσε τον φίλο του χοντρό κατά τη διάρκεια της διαμάχης τους.

Λεξικό Δέντρο

fattiness
fatty
fat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store