fatherhood
Pronunciation
/ˈfɑðɚˌhʊd/

Ορισμός και σημασία του "fatherhood"στα αγγλικά

01

πατρότητα, κατάσταση του πατέρα

the state of being a father to a child or children
fatherhood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Fatherhood challenged him to be the best version of himself for the sake of his children.
Η πατρότητα τον προκάλεσε να είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του για χάρη των παιδιών του.
02

πατρότητα, ιερατείο

the status of a religious leader
03

πατρότητα, πατέρας

God when considered as the first person in the Trinity
04

πατρότητα, σχέση πατέρα-παιδιού

the relationship between a father and his daughter or son
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store