Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fasting
01
νηστεία, αποχή από τροφή
abstaining from food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fasting
fast



























