Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amputation
01
ακρωτηριασμός
surgical removal of a limb or a part of it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
amputations
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
amputation
amputate
amput



























