amputation
Pronunciation
/ˌæmpjəˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "amputation"στα αγγλικά

01

ακρωτηριασμός

surgical removal of a limb or a part of it
amputation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amputations

Λεξικό Δέντρο

amputation
amputate
amput
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store