Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fashionable
01
μοντέρνος, trendy
following the latest or the most popular styles and trends in a specific period
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fashionable
συγκριτικός βαθμός
more fashionable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, society, appearance
Παραδείγματα
She always stays fashionable by keeping up with the latest trends and incorporating them into her wardrobe.
Παραμένει πάντα μόδα παρακολουθώντας τις τελευταίες τάσεις και ενσωματώνοντάς τες στη γκαρνταρόμπα της.
02
μόντεμ, trendy
popular and considered stylish or trendy at a particular time
Παραδείγματα
The new sneakers are so fashionable, everyone at school is wearing them.
Τα νέα αθλητικά παπούτσια είναι τόσο μόντα, όλοι στο σχολείο τα φοράνε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fashionably
unfashionable
fashionable
fashion
fash



























