fantasist
fan
ˈfæn
fān
ta
sist
sɪst
sist
fantast

Ορισμός και σημασία του "fantasist"στα αγγλικά

01

φαντασιοκόπος, ονειροπόλος

a person who imagines or believes things that are not real 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fantasists
Παραδείγματα
The child, a natural fantasist, spent hours pretending to be an astronaut. 

Το παιδί, ένας φυσικός φαντασιοπλόκος, πέρασε ώρες να προσποιείται ότι είναι αστροναύτης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store