amperage
am
ˈæm
ām
pe
rage
rɪʤ
rij
umpirage

Ορισμός και σημασία του "amperage"στα αγγλικά

01

ένταση, αμπεράζ

the measure of the intensity of an electric current, expressed in amperes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The high amperage of the circuit required thicker wiring to prevent overheating. 

Το υψηλό ένταση ρεύματος του κυκλώματος απαιτούσε παχύτερη καλωδίωση για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

amperage
ampere
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store