Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amount
01
ποσότητα, ποσό
the total number or quantity of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The chef adjusted the amount of seasoning in the dish to achieve the perfect balance of flavors.
Ο σεφ ρύθμισε την ποσότητα των καρυκευμάτων στο πιάτο για να επιτευχθεί η τέλεια ισορροπία γεύσεων.
02
ποσό, ποσότητα
a total of money
Παραδείγματα
There is a small amount of overdue fee owed to the library.
Υπάρχει ένα μικρό ποσό καθυστερημένης χρέωσης που οφείλεται στη βιβλιοθήκη.
03
ποσότητα, ένταση
the intensity, strength, or extent of something such as an emotion
Παραδείγματα
The amount of determination she showed in pursuing her dreams was inspiring to everyone around her, driving them to support her journey.
Η ποσότητα αποφασιστικότητας που έδειξε στην επιδίωξη των ονείρων της ενέπνευσε όλους γύρω της, ωθώντας τους να υποστηρίξουν το ταξίδι της.
04
ποσό, ποσότητα
the original investment plus any extra money earned from interest
Παραδείγματα
Our investment strategy aims to maximize the total amount by focusing on high-yield assets.
Η στρατηγική μας επένδυσης στοχεύει στη μεγιστοποίηση του συνολικού ποσού με εστίαση σε περιουσιακά στοιχεία υψηλής απόδοσης.
to amount
01
αθροίζω, προσθέτω
add up in number or quantity
02
ισοδυναμώ, αντιστοιχώ
be tantamount or equivalent to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
amount
γ΄ ενικό πρόσωπο
amounts
ενεστώτα μετοχή
amounting
απλός αόριστος
amounted
παθητική μετοχή
amounted
03
αναπτύσσομαι σε, γίνομαι
develop into



























