Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amount
01
ποσότητα, ποσό
the total number or quantity of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The amount of rainfall last month was unusually high, causing flooding in some areas.
Η ποσότητα βροχόπτωσης τον περασμένο μήνα ήταν ασυνήθιστα υψηλή, προκαλώντας πλημμύρες σε ορισμένες περιοχές.
02
ποσό, ποσότητα
a total of money
Παραδείγματα
A large amount was won in the lottery.
Ένα μεγάλο ποσό κερδίθηκε στο λόττο.
03
ποσότητα, ένταση
the intensity, strength, or extent of something such as an emotion
Παραδείγματα
He was surprised by the amount of joy he experienced when he reunited with his childhood friends after years of being apart.
Έμεινε έκπληκτος από την ένταση της χαράς που ένιωσε όταν επανενώθηκε με τους φίλους της παιδικής του ηλικίας μετά από χρόνια αποχωρισμού.
04
ποσό, ποσότητα
the original investment plus any extra money earned from interest
Παραδείγματα
Our investment strategy aims to maximize the total amount by focusing on high-yield assets.
Η στρατηγική μας επένδυσης στοχεύει στη μεγιστοποίηση του συνολικού ποσού με εστίαση σε περιουσιακά στοιχεία υψηλής απόδοσης.
to amount
01
αθροίζω, προσθέτω
add up in number or quantity
02
ισοδυναμώ, αντιστοιχώ
be tantamount or equivalent to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
amount
γ΄ ενικό πρόσωπο
amounts
ενεστώτα μετοχή
amounting
απλός αόριστος
amounted
παθητική μετοχή
amounted
03
αναπτύσσομαι σε, γίνομαι
develop into



























