Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amorous
01
ερωτευμένος, παθιασμένος
disposed to love
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amorous
συγκριτικός βαθμός
more amorous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, relationships
Παραδείγματα
He grew increasingly amorous as the evening wore on.
Έγινε όλο και πιο ερωτευμένος καθώς προχωρούσε το βράδυ.
02
ερωτικός, αισθησιακός
suggestive of sexual desire
Παραδείγματα
The film's amorous scenes were tastefully done but undeniably sensual.
Οι ερωτικές σκηνές της ταινίας ήταν γευστικά γυρισμένες αλλά αναμφισβήτητα αισθησιακές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
amorously
amorousness
amorous
amor



























