falsehood
fal
ˈfɒl
fol
sehood
shʊd
shood

Ορισμός και σημασία του "falsehood"στα αγγλικά

01

πλαστογραφία, απάτη

the act of making a false copy or imitation of a document, signature, banknote, or work of art with the intent to deceive or defraud 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
falsehoods
Παραδείγματα
The document was a complete falsehood, forged to gain unauthorized access to funds. 

Το έγγραφο ήταν μια πλήρης πλαστογραφία, πλαστογραφημένο για να αποκτήσει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε κεφάλαια.

02

ψέμα, ψευδή

a statement or belief that is not true 
Παραδείγματα
The report was filled with falsehoods meant to mislead the public. 

Η έκθεση ήταν γεμάτη ψεύδη που σκοπός είχαν να παραπλανήσουν το κοινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store