Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Falsehood
01
πλαστογραφία, απάτη
the act of making a false copy or imitation of a document, signature, banknote, or work of art with the intent to deceive or defraud
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
falsehoods
Παραδείγματα
The document was a complete falsehood, forged to gain unauthorized access to funds.
Το έγγραφο ήταν μια πλήρης πλαστογραφία, πλαστογραφημένο για να αποκτήσει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε κεφάλαια.
02
ψέμα, ψευδή
a statement or belief that is not true
Παραδείγματα
The report was filled with falsehoods meant to mislead the public.
Η έκθεση ήταν γεμάτη ψεύδη που σκοπός είχαν να παραπλανήσουν το κοινό.



























