falling out
fa
ˈfɔ:
faw
lling
lɪng
ling
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "falling out"στα αγγλικά

01

διαμάχη, τσακωμός

a situation in which people are no longer friendly with each other as a result of a disagreement or quarrel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fallings out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store