fallibility
fa
ˌfæ
φαι
lli
λα
bi
ˈbɪ
μπι
li
λα
ty
ti
τι
readabilityvariabilitytranquilityeligibility

Ορισμός και σημασία του "fallibility"στα αγγλικά

01

απατηλότητα, ατέλεια

the quality of being capable of making mistakes or being wrong 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His fallibility was evident when he admitted to making a mistake. 

Η αναξιόπιστη του ήταν εμφανής όταν παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

infallibility
fallibility
fallible
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store