Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall upon
01
συναντώ απροσδόκητα, ανακαλύπτω τυχαία
to encounter suddenly or unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls upon
ενεστώτα μετοχή
falling upon
απλός αόριστος
fell upon
παθητική μετοχή
fallen upon
Παραδείγματα
As they explored the dense forest, they unexpectedly fell upon an ancient ruin.
Καθώς εξερευνούσαν το πυκνό δάσος, συναντήθηκαν απροσδόκητα με ένα αρχαίο ερείπιο.
02
πέφτω πάνω, υποφέρω από
to experience or suffer from a particular situation or circumstance
Παραδείγματα
With the economic downturn, many businesses started to fall upon financial difficulties.
Με την οικονομική ύφεση, πολλές επιχειρήσεις άρχισαν να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.



























