Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall upon
01
συναντώ απροσδόκητα, ανακαλύπτω τυχαία
to encounter suddenly or unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls upon
ενεστώτα μετοχή
falling upon
απλός αόριστος
fell upon
παθητική μετοχή
fallen upon
Παραδείγματα
The news of the unexpected opportunity fell upon them like a pleasant surprise.
Τα νέα της απροσδόκητης ευκαιρίας έπεσαν πάνω τους σαν μια ευχάριστη έκπληξη.
02
πέφτω πάνω, υποφέρω από
to experience or suffer from a particular situation or circumstance
Παραδείγματα
The town was quiet until a sudden storm fell upon it with heavy rain and strong winds.
Η πόλη ήταν ήσυχη μέχρι που μια ξαφνική καταιγίδα έπεσε πάνω της με ισχυρή βροχή και δυνατούς ανέμους.



























