Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall under
01
κατατάσσομαι κάτω από, ανήκω σε
to be categorized or classified within a particular group, type, or jurisdiction
Transitive: to fall under a group or category
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
under
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall under
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls under
ενεστώτα μετοχή
falling under
απλός αόριστος
fell under
παθητική μετοχή
fallen under
Παραδείγματα
The new product will fall under the electronics category in the company's inventory.
Το νέο προϊόν θα εντάσσεται στην κατηγορία ηλεκτρονικών στο απόθεμα της εταιρείας.



























