Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall behind
01
υστερώ, μένω πίσω
to fail to keep up in work, studies, or performance
Intransitive
Transitive: to fall behind a competitor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
behind
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall behind
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls behind
ενεστώτα μετοχή
falling behind
απλός αόριστος
fell behind
παθητική μετοχή
fallen behind
Παραδείγματα
The company fell behind its competitors in AI research
Η εταιρεία έμεινε πίσω από τους ανταγωνιστές της στην έρευνα AI.
02
υστερώ σε πληρωμές, συσσωρεύω χρέη
to owe money due to not paying when required
Intransitive
Παραδείγματα
They've fallen behind on their mortgage.
Έχουν υποχωρήσει στις πληρωμές της υποθήκης τους.



























