Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall behind
01
υστερώ, μένω πίσω
to fail to keep up in work, studies, or performance
Intransitive
Transitive: to fall behind a competitor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
behind
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall behind
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls behind
ενεστώτα μετοχή
falling behind
απλός αόριστος
fell behind
παθητική μετοχή
fallen behind
Παραδείγματα
Do n't fall behind on your project deadlines.
Μην περιφέρεστε στις προθεσμίες του έργου σας.
02
υστερώ σε πληρωμές, συσσωρεύω χρέη
to owe money due to not paying when required
Intransitive
Παραδείγματα
He's months behind on child support.
Είναι μήνες πίσω στην πληρωμή της διατροφής.



























