faith
faith
feɪθ
feith
wraith

Ορισμός και σημασία του "faith"στα αγγλικά

01

πίστη, πεποίθηση

strong belief in a particular god or religion 
faith definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His unwavering faith in God gave him strength during difficult times. 

Η ακλόνητη πίστη του στο Θεό του έδωσε δύναμη σε δύσκολες στιγμές.

02

πίστη, εμπιστοσύνη

complete confidence in a person or plan etc 
03

πίστη, θρησκεία

an institution to express belief in a divine power 
04

πίστη, αφοσίωση

loyalty or allegiance to a cause or a person 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

faithful
faithless
faith
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store