Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fair hearing
01
δίκαιη ακρόαση, αμερόληπτη εξέταση
the act of giving both sides of an argument a fair chance to express their opinions about something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fair hearings
Παραδείγματα
She doubted she would get a fair hearing if she went back to her country.
Αμφέβαλλε ότι θα λάμβανε δίκαιη ακρόαση αν επέστρεφε στη χώρα της.



























