Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Faintness
01
αδυναμία, ωχρότητα
the quality of being dim or lacking contrast
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
αδυναμία, ελαφρότητα
barely audible
03
αδυναμία, λιποθυμία
the property of being without strength
04
δειλία, έλλειψη τόλμης
the trait of lacking boldness and courage
05
αδυναμία, ζάλη
a feeling of weakness or dizziness, as if about to pass out
Παραδείγματα
He felt faintness and had to sit down quickly.
Ένιωσε ζάλη και έπρεπε να καθίσει γρήγορα.
Λεξικό Δέντρο
faintness
faint



























