Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Failure
01
αποτυχημένος, άχρηστος
a person regarded as unsuccessful, inadequate, or disappointing in life
προσβλητικό
Παραδείγματα
His parents called him a failure for dropping out of college.
Οι γονείς του τον αποκάλεσαν αποτυχία επειδή εγκατέλειψε το κολλέγιο.
02
αποτυχία, αποτυχία
the absence of success in achieving a goal
03
αποτυχία, αδυναμία
an instance of not doing something, particularly something that is expected of one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
failures
Παραδείγματα
His failure to submit the report on time led to serious consequences at work.
Η αποτυχία του να υποβάλει την αναφορά εγκαίρως οδήγησε σε σοβαρές συνέπειες στη δουλειά.
04
αποτυχία, αποτυχημένος
a particular thing or person that is unsuccessful
Παραδείγματα
Despite his efforts, he couldn't help but feel like a failure when his business venture didn't take off.
Παρά τις προσπάθειές του, δεν μπορούσε παρά να νιώθει σαν αποτυχία όταν η επιχειρηματική του προσπάθεια δεν πήγε καλά.
05
αποτυχία, παράλειψη
an unexpected omission
06
αποτυχία, βλάβη
loss of ability to function normally
07
αποτυχία, αφερεγγυότητα
inability to discharge all your debts as they come due



























