Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fag out
01
κουράζομαι, εξαντλούμαι
to become extremely tired from overexertion, strain, or stress
Transitive: to fag out sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fag
ενεστώτας
fag out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fags out
ενεστώτα μετοχή
fagging out
απλός αόριστος
fagged out
παθητική μετοχή
fagged out
Παραδείγματα
The constant stress has fagged me out.
Το συνεχές άγχος με έχει κουράσει.



























