fag out
fag
fæg
φαιγκ
out
aʊt
αουτ
/fˈaɡ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "fag out"στα αγγλικά

to fag out
[phrase form: fag]
01

κουράζομαι, εξαντλούμαι

to become extremely tired from overexertion, strain, or stress
Transitive: to fag out sb
to fag out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fag
ενεστώτας
fag out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fags out
ενεστώτα μετοχή
fagging out
απλός αόριστος
fagged out
παθητική μετοχή
fagged out
Παραδείγματα
The intense workout yesterday fagged me out.
Η έντονη προπόνηση χθες με έκανε τελείως κουρασμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store