Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eyetooth
01
κυνόδοντας, δόντι κυνόδοντας
one of the four pointed conical teeth (two in each jaw) located between the incisors and the premolars
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eyeteeth



























