eyelash
eye
ˈaɪ
ai
lash
læʃ
lāsh
eyewash

Ορισμός και σημασία του "eyelash"στα αγγλικά

01

βλεφαρίδα, βλεφαρίδες

any of the short hairs that grow along the edges of the eyelids 
eyelash definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eyelashes
Παραδείγματα
Her long eyelashes framed her eyes beautifully. 

Οι μακριές της βλεφαρίδες πλαισίωναν τα μάτια της όμορφα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store